«Ἒστιν ἂρα ἡ ἀρετή ἒξις προαιρετική, ἒν μεσότητι οὓσα, τῆ πρός ἠμάς ὀρισμένῃ λόγῳ, ὣς ἂν ὁ φρόνιμος ὀρίσειεν». Αυτός είναι ο πολύ ωραίος ορισμός της ηθικής αρετής σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Αρετή είναι ένα προαιρετικό απόκτημα που βρίσκεται μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως, ορίζεται επι τη βάσει των λογικών αρχών και την ορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος, όπου φρόνιμος άνθρωπος ισοδυναμεί με αυτόν που η ίδια η κοινωνία, μέσω ατύπων και ανεπίσημων διαδικασιών τον αναγνωρίζει σαν φρόνιμο και ενάρετο.
Που συντελεί η ηθική κατά τον Αριστοτέλη; Συντελεί στο υπέρτατο και έσχατο αγαθό που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι η Ευδαιμονία. Η πεμπτουσία της ευδαιμονίας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι δύσκολη διότι διαφορετικά όλοι θα ήταν ευδαίμονες και κατόπιν διερρωτάται: Μήπως είναι οι υλικές ηδονές η ευδαιμονία; Μήπως είναι τα πλούτη και οι τιμές; Μήπως είναι η αρετή; Ο Αριστοτέλης προτείνει την αρετή ως την πεμπτουσία της ευδαιμονίας διότι είναι το δυσκολότερο από όλα.
Δύο ερωτήματα προκύπτουν από αυτό. Μπορεί ένας ενάρετος άνθρωπος να μην είναι ευδαίμων; Μπορεί ένας ευδαίμων άνθρωπος να μην είναι ενάρετος; Το σκεπτικό του ενός ερωτήματος αποκλείει το σκεπτικό του άλλου ερωτήματος. Αφού η αρετή είναι ένα φιλοσοφικό πρόβλημα και κατ’ επέκταση μη αποδείξιμο, τότε κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι ενάρετος. Άρα δεν είναι και ευδαίμων. Είναι η ευδαιμονία ουτοπικό αγαθό; Όχι διότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης μιλάει για καθαρά πρακτική πλευρά της ευδαιμονίας. Αν αναθεωρήσουμε αυτό το σκεπτικό, αφήνοντας στην άκρη συλλογισμους της θεωρητικής ηθικής και υποθέσουμε ότι η αρετή είναι κάτι που αποκτιέται τότε πρέπει να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα. Μπορεί ένας ενάρετος άνθρωπος να είναι πάντα ευδαίμων; Φυσικά και όχι. Διότι πάντα κάποιος λιγότερο ενάρετος μπορεί να εκμεταλλευτεί τον ενάρετο άνθρωπο και να του στερήσει την ευδαιμονία του.
Μήπως τελικά η πεμπτουσία της ευδαιμονίας δεν είναι η αρετή; Μήπως τελικά η αρετή δεν είναι μόνο ένας δρόμος μέσα από τον οποίο πρέπει να διέλθουμε για να αποκτήσουμε την ευδαιμονία που όμως δεν ταυτίζεται και με τον τελικό προορισμό της;
Διαφορετικές εκδοχές πρότειναν τόσο ο Πλάτωνας όσο και οι Στωικοί. Ο Πλάτωνας πρότεινε ότι ευδαιμονία είναι η θέαση των ιδεών και πιο συγκεκριμένα στην Ιδέα των ιδεών, την ιδέα του Αγαθού. Αυτό όμως συνέτεινε να υποβαθμίσει ο Πλάτων το σώμα και τις υλικές ηδονές επειδή οι ιδέες του και ο κόσμος των ιδεών είναι κατ’ εξοχήν πνευματικός. Ο Πλάτων αφήνει απ’ έξω το σώμα στην Ευδαιμονία του.
Οι στωικοί πίστευαν ότι η πεμπτουσία της Ευδαιμονίας είναι η απάθεια από το «α» στερητικό και πάθη. Στόχος των στωικών ήταν να ζουν χωρίς πάθη, με απόλυτη ηρεμία και αταραξία. Αυτή η εσωτερική απάθεια που ένιωθαν πίστευαν ότι ήταν η πεμπτουσία της ευδαιμονίας τους, μιας κατάστασης χωρις ψυχικά πάθη.
Πιο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκονται οι κυνικοί. Για τους κυνικούς ευδαιμονία ισοδυναμεί με αυτάρκεια. Το να μπορείς να ικανοποιείς μόνος σου της ανάγκες σου είναι για τους κυνικούς το υπέρτατο αγαθό.
Όμως για να μπορούμε να πουμε τελικά ποιος έχει το περισσότερο δίκιο θα πρέπει να δώσουμε τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά εκείνα που χαρακτηρίζουν την ευδαιμονία ώστε να μπορέσουμε να δουμε ποιο φιλοσοφικό ρεύμα έχει την μεγαλύερη ακρίβεια.
Ευδαιμονία είναι μια κατάσταση πληρότητας, ευτυχίας και ευημερίας. Η Ευδαιμονία σχετίζεται με τον άνθρωπο αυτόν καθ’ εαυτόν και τον αφορά ως ψυχοσωματική ολότητα, σε κάθε πτυχή της ζωής του. Η Ευδαιμονία είναι ο προορισμός του ανθρώπου, ο σκοπός της ζωής του θα μπορούσαμε να πούμε. Μια ιδανική κατάσταση για να ζεις.
Αυτό το οποίο δεν είναι και τόσο καθαρό, αλλά το έχουν συλλάβει οι κυνικοί και οι στωικοί σε αντίθεση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι ότι η Ευδαιμονία σχετίζεται, ως ένα μέρος της, με τις επιθυμίες του κάθε ανθρώπου. Πότε είμαι ευτυχισμένος; Όταν ικανοποιούνται οι επιθυμίες μου. Πότε είμαι δυστυχισμένος; Όταν οι επιθυμίες μου μένουν απραγματοποίητες;
Οι στωικοί σκέφτηκαν ότι η απάθεια μπορέι να μας σώσει από τις επιθυμίες μας με δύο προοπτικές. Πρώτον το να ζούμε χωρίς πάθη μας γλιτώνει από πολλές επιπρόσθετες επιθυμίες. Παράδειγμα το πάθος της λαιμαργίας μας επιβάλλει την πρόσθετη επιθυμία του φαγητού. Όταν ζούμε χωρίς πάθη όμως οι πρόσθετες επιθυμίες εξαφανίζονται. Όμως τι γίνεται όταν οι λογικές μου επιθυμίες δεν ικανοποιούνται; Πάλι με την απάθεια μπορώ να ελέγξω το μέγεθος της δυστυχίας μου και να μην αποκλείνω πολύ από την κατάσταση ευδαιμονίας.
Κάτι ανάλογο έχει προτείνει και ο κυνισμός. «Πότε δεν ικανοποιούνται οι επιθυμίες μου»; Σκέφτηκαν οι κυνικοί; Μόνο όταν εξαρτώνται από άλλους και είτε κάποιος απλά δεν ικανοποιεί την επιθυμία μου ή παρεμποδίζει την ικανοποίηση της, είτε η ηθική δεν μπου επιτρέπει η επιθυμία μου να πραγματοποιηθεί. Σε αυτή την περίπτωση ο μόνος τρόπος για να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου είναι να βασιστώ μόνο σε μένα και σε κανέναν άλλο. Αφού εγώ θέλω και μπορώ να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου, γιατί αυτό βασικά είναι το κύριο στοιχείο της αυτάρκειας, και επειδή το αντίθετο θα ήταν παρανοικό, άρα είμαι και ευδαίμων.
Σε άλλη προοπτική επιθυμιών ωρίσκεται ο Βουδισμός και ο ιδρυτής του ο Σιντάρτα, του οποίου ο συλλογισμός μπορέι να συνοψισθεί σε μία μόνο γραμμή: «Αν επιθυμίες είναι ευτυχία και δυστυχία, τότε ευτυχία είναι καμία επιθυμία». Κάθε επιθυμία έχει δύο δυνατότητες, έχουμε πει. Η δυνατότητα της ευτυχίας (αν εκπληρωθεί) και την δυνατότητα της δυστυχίας (αν δεν εκπληρωθεί). Ο Σιντάρτα προτείνει να αποφεύγουμε την δεύτερη δυνατότητα αποκλείοντας τις επιθυμίες. «Όσο λιγότερα επιθυμώ, τόσο πιο εύκολα θα τα αποκτήσω, τόσο περισσότερο θα είμαι ευδαίμων. Όσο περισσότερα επιθυμώ, τόσο γίνομαι σκλάβος των επιθυμιών μου, τόσο περισσότερο δεν θα μπορώ να τις εκπληρώσω, τόσο περισσότερο θα είμαι δυστυχισμένος. Αν δεν επιθυμώ τίποτα, τότε είμαι απόλυτα ελεύθερος και απόλυτα ευδαίμων».
Δεν μπορώ σε αυτή την περίπτωση να μην αναφέρω ένα παράδειγμα από την καθημερινή μας ζωή. Ας φανταστούμε ότι υπάρχουν δύο άνθρωποι. Ο ένας οποίος επιθυμεί ένα ακριβό αμάξι κι ένας άλλο που δεν επιθυμεί ένα αμάξι καθόλου. Ο πρώτος είναι δυστυχισμένος επειδή δεν μπορεί να αγοράσει ένα αμάξι (δεν πραγματοποιείται η επιθυμία του) ενώ ο δεύτερος που δεν επιθυμεί καθόλου αμάξι δεν είναι στενοχωρημένος (καθόλου επιθυμία). Όταν τελικά ο πρώτος αγοράζει αμάξι, χαίρεται (εκπλήρωση επιθυμίας = ευτυχία) ενώ ο δεύτερος εξακολουθεί να μην είναι δυστυχισμένος (καθόλου επιθυμία). Όταν στον πρώτο του σκάει λάστιχο, λυπάται (μη εκπλήρωση επιθυμίας να μην σκάσει το λάστιχο). Ο δεύτερος εξακολουθεί να μην είναι δυστυχισμένος (καθόλου επιθυμία). Αν το προχωρήσουμε λίγο περισσότερο, ο δεύτερος κύριος μπορεί να υποστηρίξει «Έχω αυτά που χρειάζομαι, δεν χρειάζομαι αυτοκίνητο. Είμαι ευτυχισμένος με αυτά που έχω» (εκπλήρωση αναγκαίων επιθυμιών= ευτυχία).
Εδώ υπεισέρχεται ένας νέος παράγοντας, ο παράγοντας ανάγκη το οποίο είναι κατα κάποιον όρο η μεσότητα των επιθυμιών. Όπως είπα και στην αρχή η αρετή βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Τα μέτρα στις επιθυμίες μας είναι τρία. Πρώτον να προσπαθούμε να πραγματοποιούμε όλες μας τις επιθυμίες. Αυτό εφόσον μπορεί να γίνει δεν είναι καθόλου κακό, άσχετα αν τελικά γινόμαστε δούλοι των επιθυμιών μας. Η ευδαιμονία, ως εκπλήρωση επιθυμιών είναι ακόμα ακέραιη. Δεύτερον να μην πραγματοποιούμε καμιά επιθυμία. Αυτή είναι η πρόταση του Σιντάρτα και βρίσκεται στον αντίποδα της παραπάνω θέσης.
Τρίτον η μεσότητα μετάξύ των όλων επιθυμιών και της καμιάς επιθυμίας είναι να πραγματοποιούμε μόνο της αναγκαίες επιθυμίες μας. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να ικανοποίούμε κάποιες επιθυμίες μας πραγματικότητα και να είμαστε θετικά ευτυχισμένοι (σε αντίθεση με την άποψη του Σιντάρτα όπου ευδαιμονία είναι η έλλειψη πιθανής δυστυχίας – επιθυμιών) αλλά να να αποφεύγουμε τις άσκοπες απογοητεύσεις όπως αναπόφευκτα θα γευόμασταν αν προσπαθούσαμε να πραγματοποιήσουμε κάθε μας επιθυμία.
Φυσικά υπάρχει και μια άποψη που θέτει το ερώτημα «Μέχρι που πρέπει να φτάνουν οι ανάγκες μας; Πρέπει να περιλαμβάνει μόνο το φαγητό και την ένδυση; Ένα αυτοκίνητο είναι ανάγκη»; Αν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά τότε τα είδη πρώτης ανάγκης (φαγητό, ένδυση και κατοικία) είναι οι επιθυμίες που πρέπει να πραγματοποιούμε. Όμως, η αλήθεια είναι, ότι στις σύχρονες κοινωνίες οι ανάγκες μπορούν να αλλάξουν και πέρα από την επιβίωση που μας εξασφαλίζουν τα είδη πρώτης ανάγκης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και τις επιθυμίες που κάνουν την ζωή μας πιο ευχάριστη, πιο άνετη και αξιοπρεπή.
Συνεπάγεται από αυτό ότι τελικά δεν είναι η ανάγκη που θέτει το όριο των επιθυμιών αλλά η έννοια του εφικτού. Επιθυμώ κάτι εφικτό που δεν είναι αναγκαίο; Τότε είναι εφόσον είναι ηθικό να πραγματοποιήσω την επιθυμία μου. Ένα μέρος της πεμπτουσίας της ευδαιμονίας εντέλει είναι η εφικτή επιθυμία.
Στην αρχή έκαμα λόγο για τον δρόμο της ηθικής που πρέπει να ακολουθήσουμε προκειμένου να επιτύχουμε την ευδαιμονία. Είναι η ευδαιμονία ηθική; Ή μήπως είναι δύο έννοιες αλληλοσυγκρουόμενες; Αν δεχθούμε τον ορισμό του Καντ για την ηθική (ηθική είναι να πράττεις έτσι ώστε να επιθυμείς η πράξη σου να γίνεται καθολικός νόμος) τότε η ευδαιμονία είναι ηθική μόνο εφόσον επιθυμούμε να γίνουμε όλοι ευδαίμονες. Πιστεύω ότι κανείς δεν θα είχε αντίρρηση σε αυτό το θέμα, άρα η ευδαιμονία είναι ηθικά αποδεκτή. Εντούτοις η εκπλήρωση επιθυμιών που έχουν ως προτιθέμενη ή προβλεπόμενη συνέπεια την μη εκπλήρωση των επιθυμιών κάποιου άλλου είναι ηθικά καταδικαστέα. Διότι τότε η ευδαιμονία από καθολικός νόμος, μετατρέπεται αυθαίρετα σε ιδιόκτητο δικαίωμα.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος άξονας βάσει του οποίου επιτυγχάνεται η ευδαιμονία και αυτός είναι εξίσου σημαντικός με την εκπλήρωση των επιθυμιών. Και αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από τον όρο αλληλοπεριχώρηση. Αλληλοπεριχώρηση είναι το άνοιγμα προς τον άλλον άνθρωπο, η διαλεκτική επικοινωνία των αρχαίων φιλοσόφων και η συμπάθεια του Hume. Όταν από το «εγώ» μεταβαίνω στο «εμείς», όταν ουσιαστικά κάνω υπέρβαση του εαυτού μου.
Όλες οι προηγούμενες θεωρείες περιστρέφονταν γύρω από την ατομική ευδαιμονία. Και με τον όρο ατομική ευδαιμονία δεν εννοώ μόνο την ευδαιμονία του κάθε ενός από εμάς αλλά την ευδαιμονία που πετυγχάνεται με τις ατομικές προσπάθειες του καθενός μας. Σε όλες τις παραπάνω απόψεις ο κάθε άνθρωπος δρα αποκλειστικά για τον εαυτό του και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ ακραία, όπως στην περίπτωση της αυτάρκειας, που είναι η αποθέωση του «εγώ».
Η ικανοποίηση των επιθυμιών μας δεν είναι αρκετή για την ευδαιμονία μας. Αν αυτό ήταν αρκετό τότε, αν στον πλανήτη έμενε μόνο ένας άνθρωπος και κανένας άλλος, τότε σε αυτή την περίπτωση θα ήταν αυτάρκης αφού δεν θα εξαρτιόταν από κανέναν άλλο. Αλλά ακόμη κι έτσι σίγουρα καμία ευδαιμονία δεν έχει αξία αν δεν υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι για να την ζήσουν. Τι νόημα έχει μια σκέψη ή μια λέξη αν δεν μπορώ να την εκφράσω σε κάποιον άλλο; Τι νόημα θα είχε η ευδαιμονία αν ήμουν μόνος μου;
Πεμπτουσία της αλληλοπεριχώρησης είναι η αγάπη και η επικοινωνία. Και στις δύο καταστάσεις αυτές υπάρχει μια κίνηση από το εγώ στον άλλο. Στην αγάπη, το συμφέρον από εμένα πηγαίνει και σε κάποιον άλλο, όπως και η φροντίδα. Στην επικοινωνία οι σκέψεις και οι λέξεις, τα μηνύματα και οι έννοιες προχωρούν από εμένα που τις συνέλαβα σε κάποιον άλλο.
Δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά σπάνια βλέπουμε την φιλοσοφία να καταπιάνεται με ένα θέμα όπως η αγάπη. Ίσως διότι η αγάπη δεν μπορεί να αναλυθεί τόσο ορθολογιστικά όσο και τα υπόλοιπα θέματα. Εντούτοις επειδή δεν μπορεί να συλληφθεί ορθολογικά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε και να την παραβλέψουμε. Ήδη ο Κάντ έχει μιλήσει για μια a priori γνώση που έχουν όλοι οι άνθρωποι και την φέρουμε με την γέννησή μας. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την αλληλοπεριχώρηση. Είναι μια a priori τάση του ανθρώπου να ανοίγεται. Όλοι οι άνθρωποι νιώθουμε καλά όταν επικοινωνούμε με τους άλλους, ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους, δενόμαστε και αναπτύσσουμε δεσμούς. Όλοι άνθρωποι έχουν την τάση να κάνουν φίλους, να ερωτεύονται, να αγαπούν και γενικότερα να αναπτύσσουν διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ τους.
Μήπως τελικά μπορεί η αλληλοπεριχώρηση να αναχθεί σε επίπεδο επιθυμιών; Θα μπορούσε αν υποθέταμε ότι κάποιος ήθελε να κάνει φίλους ή να αναπτύξει μια σχέση και δεν πραγματοποιήθηκε. Μολοταύτα υπάρχει η διάκριση μεταξύ των ορθολογιστικών επιθυμιών και μη ορθολογιστικών επιθυμιών. Ενώ οι περισσότερες επιθυμίες μας προκύπτουν από την συλλογιστική σκέψη, υπάρχουν και οι άλλες που είναι φυσικές προδιαθέσεις – ένστικτα. Και τα δύο έχουν την ίδια θεωρητική και πρακτική αξία εφόσον, στον βαθμό των επιθυμιών συντελούν στην ευδαιμονία.
Είναι αστείο ότν σκεφτούμε ότι η πρώτη ιδεολογία που παρουσίασε την αλληλοπεριχώρηση ως άξονα της ευδαιμονίας είναι η ίδια που αποκόπηκε από κάθε είδος ευδαιμονίας, ευτυχίας και ηδονής. Πρώτος λοιπόν ο χριστιανισμός (τουλάχιστον όπως τον καθιέρωσαν οι πατέρες της εκκλησίας μας) μίλησε για αλληλοπεριχώρηση, για άνοιγμα στον συνάνθρωπο, για την εξάλειψη του εγωισμού, για την μετάβαση στο εγώ. Στον Χριστιανισμό η ευδαιμονία έχει πάρει το ίδιο πρότυπο του Πλάτωνα. Ενώ στον Πλάτωνα είχαμε την θέαση των ιδεών, στον χριστιανισμό υπάρχει η θέαση του θεού, η θέωση. Αλλά η θέωση έχει τα ίδια χαρακτηριστικά της ευδαιμονίας, μια κατάστασης πληρότητας και ευτυχίας. Η μόνη διαφορά είναι ότι όπως και στον βουδισμό και τους στωικούς, ο χριστιανός προσπαθεί να ζει χωρίς πάθη και να χαλιναγωγεί τις επιθυμίες του.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να δώσουμε μια τελεσίδικη απάντηση για την πεμπτουσία της ευδαιμονίας. Στο κάτω κάτω, ο πιο σημαντικός παράγοντας, που δεν αναλύθηκε καθόλου στο κείμενο, είναι ο ξεχωριστός χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου που κάνουν την ευδαιμονία εντελώς προσωπική υπόθεση. Άλλωστε στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι να δωσει απαντήσεις αλλά να αυξήσει τον προβληματισμό και την σκέψη.
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment