Αφορμώμενος από κάποιες ταραχές σε Λύκειο αλλά και από μια έρευνα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» σχετικά με τους νέους, πήρα την απόφαση να γράψω την άποψη μου σχετικά με το θέμα, θέλοντας να απαντήσω σε κάποιες «Κασσάνδρες» που τείνουν να φέρνουν το τέλος του κόσμου. Με μαθηματική ακρίβεια, μετά από τέτοια περιστατικά βίας στα σχολεία, ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια κάποιοι «ειδικοί» που περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την διαφθορά και το βόρβορο στα οποία βρίσκεται σήμερα η νεολαία μας. στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι ευθύνες θα φύγουν από τους νέους και θα πάνε στους φορείς παιδείας, ήτοι οικογένεια, σχολείο, κοινωνία. Όλοι αυτή η διαδικασία επιρρίψεως ευθυνών δίνει την εντύπωση ότι οι νέοι δεν είναι σκεπτόμενα όντα αλλά άβουλα ανδράποδα τα οποία δεν μπορούν να διακρίνουν το καλό από το κακό και δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες των πράξεων τους.
Αυτή η άποψη προωθείται έντονα από τα ΜΜΕ παρόλο που, κατά τη γνώμη μου και την γνώμη πολλών άλλων είναι τμηματική και ανακριβείς. Αν θέλουμε να μην κινδυνολογούμε και να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα – διότι όντως υπάρχει πρόβλημα αλλά είναι άλλης φύσεως – πρέπει πρώτα να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε την ψυχολογία του νέου.
Η ιδιοσυγκρασία του νέου διέπεται από τον όρο «Έρωτας» με την πολύ ευρεία έννοια και όχι με την περιορισμένη εξήγηση της έλξης μεταξύ δύο ατόμων. Αυτή η έννοια είναι αρκετά πολυδιάστατη και θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια φλόγα που κρύβεται καλά μέσα μας. Οι νέοι έχουν το προνόμιο αυτής της φλόγας που εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής τους: στις μεταξύ τους σχέσεις, στον ελεύθερο τους χρόνο˙ παντού και πάντα. Είναι αυτή που τους δίνει τόση ζωντάνια, αυτή που κρύβεται πίσω από κάθε φιλί, ποίημα, σχέση, μουσική και κάθε επίτευγμα του νέου.
Ο Έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ζωή. «οι άνθρωποι δεν σταματούν να ερωτεύονται όταν γερνάνε. Γερνάνε όταν σταματούν να ερωτεύονται» είχε πει ο συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρθία Μαρκέζ.
Αυτή η φλόγα, όπως και κάθε φυσική φλόγα, δεν είναι δυνατόν να δαμαστεί, φυλακιστεί, περιοριστεί, κατευθυνθεί και καλουπωθεί βάσει συγκεκριμένων κανόνων του (εγ)κατεστημένου καθωσπρεπισμού. Γι αυτό και οι νέοι είναι τόσο δραστήριοι, τόσο ενεργητικοί και τόσο αντιδραστικοί στις προσπάθειες των μεγαλυτέρων για «συνετισμό». Το μάθημα στην τάξη είναι βαρετό και ανέραστο, χωρίς έμπνευση. Και οι νέοι βαριούνται διότι δεν εκφράζονται μέσα από πράγμα τα που τους ενδιαφέρουν.
Η παραπάνω αντίδραση, λένε οι «Κασσάνδρες» εκδηλώνεται βίαια. Κανένας έφηβος δεν καταφεύγει στη βία ως πρώτη λύση αλλά πάντα επιθυμεί το διάλογο. Στη βία καταφεύγει όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ακουστεί. Αλλά κι η κατάσταση που ζει δεν του αφήνει και πολλά περιθώρια. Η πειθαρχία στο σχολείο και η πίεση των μαθημάτων, το φόρτωμα ευθυνών, πολλές φορές με εκβιαστικό τρόπο, η πίεση να γίνει καλύτερος μαθητής – φοιτητής κάνουν την κατάσταση έκρυθμη.
Σε δεύτερο πλάνο υπάρχει και η ετικέτα που συνηθίζεται να κολλιέται στους νέους. Αυτός είναι καλός μαθητής, τούτος είναι κακός, αυτός είναι έτσι και ο άλλος γιουβέτσι. Και αρχίζει η συγκριτική φιλολογία: «αυτός είναι καλός μαθητής, να κάνεις ότι κάνει κι αυτός για να γίνεις κι εσύ». «Κοίτα τον πως κάνει, όχι σαν και σένα που είσαι έτσι». Υπάρχει και το αντίστροφο φυσικά: «τι θα πει το κάνουν όλοι; Αν πάνε όλοι να πέσουν από το γκρεμό θα πας και συ»; Το θέατρο του παραλόγου της καθημερινότητας μας.
Οι νέοι έχουν ακόμα και ένα προνόμιο. Μπορούν να λένε αύριο. Το αύριο τους ανήκει. Μπορούν ακόμη να ονειρεύονται, να οραματίζονται. Μπορούν να ονειρεύονται ένα κόσμο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο ευτυχισμένο μακριά από όλη αυτή τη διαφθορά που τους χρεώνουν. Οι νέοι ονειρεύονται ένα κόσμο που η σημερινή γενιά, αυτή που τους κατηγορεί τόσο σφόδρα, αυτή η γενιά που επιθυμεί να καλουπώσει σε μια τέλεια ομοιότητα τους νέους της, τους έχει στερήσει.
Οι νέοι είναι η ελπίδα του κόσμου. Και όχι μόνο οι σημερινοί αλλά κάθε γενεάς. Είναι η ευκαιρία να πετύχει το ανθρώπινο είδος εκεί που μέχρι τώρα έχει αποτύχει. Οι νέοι είναι το αύριο. «Και το αύριο είναι από μόνο του καλύτερο. Είναι το κέρδος μιας ακόμη μέρας» όπως έγραψε ο Τίτος Πατρίκιος. Τραγική ειρωνεία: οι επικριτές των νέων σήμερα ήταν οι κατ’ εξοχήν πρωτεργάτες του Μαίου του ΄68 στο Παρίσι και του Πολυτεχνείου το 1973, δηλαδή οι πλέον επαναστάτες του 20ου αιώνα. Γι αυτό ευχαριστώ το θεό που τουλάχιστον η δική μου γενιά έχει πολύ δρόμο ακόμη πριν αρχίσει να κατηγορεί τους νέους της.
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment